sheader

sidebanner6

sidebanner kleidia may16

Αποτελέσματα της μακρόχρονης εκπαιδευτικής παρέμβασης

Το Πρόγραμμα είναι μια πολύχρονη προσπάθεια για τη βελτίωση της εκπαίδευσης των παιδιών της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη. Είναι προϊόν της νέας πολιτικής του ελληνικού κράτους απέναντι στους πολίτες της μειονότητας, η οποία αρχίζει να διαμορφώνεται τη δεκαετία του 1990. Η πολιτική διακρίσεων και περιθωρίου που έως τότε εφάρμοζε το ελληνικό κράτος διαπιστώθηκε ότι έχει αρνητικά αποτελέσματα που εμποδίζουν την ένταξη στην κοινωνία των μελών της μειονότητας, ευνοούν την εξάρτησή τους από τις αρχές της Τουρκίας και επιπλέον αμαυρώνουν την ευρωπαϊκή εικόνα της χώρας. Η νέα πολιτική έχει ως επίκεντρο το σεβασμό «της ισονομίας και ισοπολιτείας».

Μέρος αυτής της αλλαγής είναι και το Πρόγραμμα, που διαμορφώθηκε ως εκπαιδευτική πολιτική με κεντρικό στόχο «την αρμονική μέσα από το σχολείο ένταξη των παιδιών της μουσουλμανικής μειονότητας στην ελληνική κοινωνία και την αποδοχή τους από την πλειονότητα ως ισότιμων πολιτών», προτάθηκε για ευρωπαϊκή χρηματοδότηση που έγινε δεκτή από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο το 1996 και έκτοτε υποστηρίχθηκε ως εκπαιδευτική πολιτική για τη μειονότητα από όλους τους υπουργούς Παιδείας όλων των επί 15 χρόνια μέχρι σήμερα κυβερνήσεων. 

Όταν ξεκίνησε το Πρόγραμμα, η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η εκπαίδευση των παιδιών της μειονότητας ήταν κάκιστη, τελείωναν το δημοτικό με ελλιπή έως ελλιπέστατη γνώση της ελληνικής γλώσσας, πράγμα που σχεδόν απέκλειε τη συνέχιση της φοίτησης και ναρκοθετούσε την ένταξή τους στην κοινωνία. Όπως έδειξε έρευνα του Προγράμματος, πάνω από 65% του συνόλου αυτών των παιδιών δεν ολοκλήρωναν το εννιάχρονο υποχρεωτικό σχολείο. Όλες οι συνθήκες ήταν αρνητικές, ενώ η φοίτηση σε ξεχωριστά «μειονοτικά» δημοτικά σχολεία ήταν για τα παιδιά της μειονότητας, μαζί με τη γενικότερη απομόνωση, κοινωνικοποίηση σε πολιτισμικό γκέτο. Ένα από τα φανερά αίτια της μαζικής σχολικής αποτυχίας ήταν τα σχολικά βιβλία και η μέθοδος διδασκαλίας της ελληνικής. Τα παιδιά της μειονότητας διδάσκονταν ελληνικά με τα σχολικά βιβλία που χρησιμοποιούσαν όλα τα σχολεία της χώρας, δηλαδή βιβλία που προϋποθέτουν άριστη προφορική γνώση της ελληνικής στην πρώτη δημοτικού, άρα τελείως ακατάλληλα για παιδιά με άλλη μητρική γλώσσα. 

Η πολύπλευρη δράση του Προγράμματος οργανώθηκε σε δύο άξονες

Α) Παρέμβαση μέσα στο σχολείο

Το Πρόγραμμα έκανε την ελληνική γλώσσα προσιτή στην εκμάθηση και εργαλείο συμβατό με τις προσδοκίες κοινωνικής ανόδου των παιδιών της μειονότητας μέσα από το σχολείο. Έφτιαξε νέα βιβλία και εκπαιδευτικά υλικά που ακολουθούν σύγχρονες παιδαγωγικές αρχές, αξιοποιούν την τεχνολογία, στηρίζονται στη μέθοδο διδασκαλίας της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας και παίρνουν υπόψη το ιδιαίτερο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο με βάση την αρχή ότι ο σεβασμός της γλώσσας και της ταυτότητας της μειονότητας είναι βασική προϋπόθεση για την ένταξη των μειονοτικών μαθητών στο εκπαιδευτικό σύστημα και την καλή τους επίδοση. Τα βιβλία του Προγράμματος είναι από το 2000 τα επίσημα βιβλία των μειονοτικών σχολείων.

Τη χρήση των νέων βιβλίων και εκπαιδευτικών υλικών στήριξε η συστηματική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σχετικά με τη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης ή ξένης γλώσσα,  θέματα χειρισμού της διγλωσσίας, την πολύ μεγάλη σημασία που έχει η μητρική γλώσσα για την εκμάθηση μιας δεύτερης όσο και για τη μάθηση γενικά, γνώσεις απαραίτητες στο εκπαιδευτικό έργο αλλά και μεγάλης σημασίας στις ιδιαίτερες συνθήκες της Θράκης.

Παράλληλα το Πρόγραμμα συνέβαλε αποφασιστικά στη βελτίωση της επίδοσης των παιδιών της μειονότητας οργανώνοντας σε όλες τις βαθμίδες ενισχυτικά εκπαιδευτικά προγράμματα που αναπτύσσουν την ελληνομάθεια, καλύπτουν γνωστικά κενά και δημιουργούν κίνητρα για μάθηση.

Β) Παρέμβαση εκτός σχολείου

Αποφασιστικής σημασίας είναι η δημιουργία των ΚΕΣΠΕΜ, ένα είδος πολιτιστικών κέντρων, εξοπλισμένων με εργαστήρια υπολογιστών και δανειστικές βιβλιοθήκες, που προσφέρουν μαθήματα ελληνικών με δασκάλους επιμορφωμένους, τα νέα βιβλία και υλικά του προγράμματος καθώς και πολλά ηλεκτρονικά εκπαιδευτικά υλικά και παιγνίδια μάθησης. Σήμερα λειτουργούν δέκα τέτοια Κέντρα σε πόλεις και οικισμούς της Θράκης. Το προσωπικό τους είναι μικτό και πολύγλωσσο, έτσι τα παιδιά και οι γονείς τους βρίσκονται σε περιβάλλον οικείο. Τα ΚΕΣΠΕΜ απέδειξαν το όφελος των παιδαγωγικών μεθόδων που καλλιεργούν την περιέργεια και μετατρέπουν τη μάθηση σε ευχάριστη και δημιουργική περιπέτεια.

Από τις πιο σημαντικές καινοτομίες του Προγράμματος είναι τα «κινητά» ΚΕΣΠΕΜ. Πρόκειται για τέσσερις κινητές μονάδες που φέρνουν στα απομονωμένα και δυσπρόσιτα μειονοτικά χωριά τις σύγχρονες τεχνολογίες, με φορητούς υπολογιστές και ηλεκτρονικά παιγνίδια μάθησης, κάνοντας πράξη το δικαίωμα όλων των παιδιών της χώρας στη μόρφωση και στην ίση πρόσβαση στα εκπαιδευτικά αγαθά.

Τα ΚΕΣΠΕΜ φιλοξενούν τα Δημιουργικά Εργαστήρια Νέων, τα ΔΕΝ, που  υλοποιούν το σημαντικότερο ζητούμενο στην κοινωνία της Θράκης, την ανάμιξη, συμβίωση, συνεργασία με κοινούς στόχους παιδιών και νέων μειονότητας και πλειονότητας μαζί.

Η μεγάλη εκπαιδευτική επιτυχία των ΚΕΣΠΕΜ πηγάζει από το γεγονός ότι χτίζουν μια γέφυρα υπέρβασης της τοπικής διαίρεσης. Τα ΚΕΣΠΕΜ δεν είναι μόνο κέντρα μάθησης αλλά και κοινωνικοποίησης στο ρόλο του πολίτη μιας χώρας δημοκρατικής που συνεχώς εξελίσσεται και βελτιώνει τα αρνητικά του παρελθόντος.

Το Πρόγραμμα ως μέρος της νέας πολιτικής απέναντι στη μειονότητα, συνέβαλε αποφασιστικά στις μεγάλες εκπαιδευτικές αλλαγές που παρατηρούνται στην εκπαίδευση της μειονότητας τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Η σχολική διαρροή από την υποχρεωτική εκπαίδευση μειώθηκε τουλάχιστον στο μισό, ενώ σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες η συμμετοχή των παιδιών της μειονότητας αυξήθηκε θεαματικά.

Στο γυμνάσιο υπερδιπλασιάστηκε:

Το 1997 φοιτούσαν 1500 μαθητές το 2010 φοιτούν 3950

Στο λύκειο πενταπλασιάστηκε:

Το 1997 φοιτούσαν 550 μαθητές το 2010 φοιτούν 2750

Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση επταπλασιάστηκε

Το 1997 οι εισακτέοι ήταν 68 το 2011 οι εισακτέοι είναι 482

Με σύνθημα «Κάνουμε πρόσθεση και όχι αφαίρεση, πολλαπλασιασμό και όχι διαίρεση», το Πρόγραμμα συμβάλλει από το 1997 στη βελτίωση των εκπαιδευτικών δεδομένων της Μειονότητας προβάλλοντας την πολιτισμική ποικιλία ως κοινό χαρακτηριστικό των σύγχρονων κοινωνιών, τον πλούτο από τη συνάντηση και αλληλεπίδραση ανάμεσα στις διαφορετικές κουλτούρες, το σεβασμό σε όλες τις γλώσσες και ταυτότητες ως συστατικό της αρμονικής συμβίωσης σε κάθε κοινωνία.